Ακριβώς, αγαπητέ μου αναγνώστη. Όπως σε διαβάζω και με διαβάζεις. Εννέα μέρες σύμφωνα με ετήσια επιστημονική έκθεση βουλγαρικού πανεπιστημίου διατηρείται σε πλήρη δραστηριότητα και θέαση το ποστάρισμα selfie φωτογραφίας στα κοινωνικά δίκτυα. Κι ύστερα; Ύστερα αργοσβήνει μόνη που λέει κι ένα τραγούδι.

Δεν μπορώ να γνωρίζω ποιος θα ήταν ο δόκιμος ελληνικός όρος για τη μετάφραση της λέξης “selfie”. Πιθανόν να την απέδιδα με το ελληνοπρεπέστατο επίθετο “αυτόχειρος”. “Αυτόχειρος φωτογραφία” λοιπόν. Όπερ σημαίνει λήψη φωτογραφίας χωρίς την παρεμβολή τρίτου – παρατηρητή. Το ερώτημα, βέβαια, εδώ είναι αν ζούμε την εποχή της αυτοχειρίας ώστε να δικαιολογείται και να αποτυπώνεται η αντίστοιχη κοινωνική τάση στα δίκτυα με την μανία των selfies. Από την άλλη, δε θεωρώ απαραίτητο να απαντήσω στο παραπάνω ερώτημα καθώς όλοι λίγο πολύ αν κυκλοφορήσουμε στο δρόμο με το όχημά μας, συναλλαχθούμε σε κάποιο κατάστημα ή υπηρεσία ή έστω περιηγηθούμε στα ενδότερα της μηχανής μαζικής λοβοτόμησης εγκεφάλων που λέγεται ελληνική T.V., μπορούμε να καταλάβουμε πόσο αυτόχειρες είμαστε.

Για να ξαναγυρίσω όμως στο θέμα της αυτόχειρης φωτογράφισης, είναι παράξενο πόσα μικρά και γοητευτικά καθημερινά πράγματα χάνουμε καθώς ο 21ος αιώνας εγκαθιδρύει την αποκαλούμενη και μπακούρικη φωτογραφία.

Φαντάζομαι θυμόμαστε ή τελοσπάντων αναγνωρίζουμε όλοι την αξία του παλιού καλού τρόπου προσέγγισης μιας άγνωστης αλλά καθ’ όλα σαγηνευτικής γυναικός σε εξωτερικό περιβάλλον:

“- Συγγνώμη, μήπως μπορείτε να μας βγάλετε μια φωτογραφία εμένα και τον φίλο μου; Μόνο παρακαλώ πολύ προσέξτε να φαίνεται καθαρά και η Καρυάτιδα στο φόντο γιατί θα τη στείλω σε κάτι συγγενείς στην Αυστραλία.

–  Βεβαίως, παιδιά, σταθείτε μόνο λίγο πιο πίσω. Αυτό είναι!

– Ααα, δεσποινίς έχετε πολύ καλό «μάτι» και «σταθερό» χέρι. Τ’ όνομά σας είπαμε;”

Και φυσικά μετά τα πράγματα έπαιρναν το δρόμο τους είτε στα σκαλιά της εκκλησίας είτε στην πύλη κάποιου νεκροταφείου. Δυστυχώς σήμερα αυτός ο τρόπος προσέγγισης τείνει να εξαλειφθεί. Ποια κοπέλα θα πιστέψει ότι οι δύο νεαροί που την πλησιάζουν επιθυμούν πράγματι μια και μόνο φωτογραφία και όχι κάτι παραπάνω; Κι αφού θέλουν φωτογραφία στο φινάλε φινάλε γιατί δεν τη βγάζουν μόνοι τους;

Φυσικά, αυτό δεν είναι τίποτα μπροστά στη ζημιά που έχουν πάθει οι περισσότεροι τσαντάκηδες, οι οποίοι κάποτε ευημερούσαν όταν κατά συρροήν απλοί ανυποψίαστοι περαστικοί τους ζητούσαν να τους βγάλουν μια αναμνηστική φωτογραφία για να θυμούνται και τελικά όχι μόνο τη φωτογραφία δεν ενθυμούντο αλλά ξεχνούσαν και τη φωτογραφική μηχανή ή οποία γινόταν βορά στα αδηφάγα χέρια των αλαφροχέρηδων.

Αυτό, όμως, που με εκνευρίζει πάνω απ’ όλα και ελπίζω να συμπάσχεις αναγνώστη μαζί μου, είναι ότι με τον ερχομό των selfies στην καθημερινότητά μας χάσαμε το πλεονέκτημα να επιλέγουμε το ποιος θα μπει στο καρέ της φωτογραφίας και ποιος όχι. Τι εννοώ; Ήσουν κάποτε σε μια παρέα και θέλατε να φωτογραφηθείτε όλοι μαζί. Έπαιρνες την κάμερα και την έδινες σε αυτόν που δε γούσταρες να μπει μέσα στο κάδρο για οποιονδήποτε λόγο (δεν πήγαινες τα χνώτα του, ήταν φλώρος και σου χάλαγε το image, ήταν καρπαζοεισπράκτορας κλπ). Τον πλησίαζες, λοιπόν, και του έλεγες: “Πάρε τη μηχανή εσύ ρε… Έχεις καλό χέρι και κοίτα να μας πάρεις όλους, όχι όπως τις προάλλες που μας έβγαλες από το λαιμό κι απάνω, άχρηστε”. Τι ωραίες στιγμές που χάθηκαν στο πέρασμα του χρόνου και της μόδας!

Τώρα θα μου πείτε πως τι να κάνουμε έτσι είναι η κενωνία αλλάζει, εκδικείται, μεταμορφώνεται κι εμείς καλούμαστε να συμμορφωθούμε. Selfie ζήτησες και selfie θα λάβεις.  Άσχετα με το αν τελικά “της selfie τα καμώματα τα βλέπει η μέρα και γελά”.

Για να πω τη μαύρη αλήθεια καμιά φορά που αναλογίζομαι την ουσία όλης αυτής της έξαψης από παρελαύνοντες νάρκισσους αυτοφωτογραφιζόμενους μου έρχονται στο νου οι στίχοι του ποιητή:

Άιντε βλήμα, άιντε ψώνιο

Άιντε selfie μου αιώνιο

Αν ποστάρεις μονομιάς

Κάνει like ο ντουνιάς

 

Εις το επανιδείν