To 2002 o Markus Zusak ξεκίνησε να γράφει ένα βιβλίο. Άρχισε να σκιαγραφεί την αρχή και το τέλος του βιβλίου, και αργότερα τίτλους κεφαλαίων και σελίδες. Ξεκίνησε να αφηγείται την ιστορία από την πλευρά του Θανάτου, αλλά δεν έβγαινε όπως ήθελε. Ξαναέγραψε το βιβλίο, αυτή τη φορά μέσα από τα μάτια του κύριου χαρακτήρα. Δεν του άρεσε. Το ξαναέγραψε με αφηγητή έναν εξωτερικό παρατηρητή. Το αφηγήθηκε σε παρoντικό χρόνο. Το αφηγήθηκε σε παρελθοντικό χρόνο. Τίποτα. Ο Zusak έχει αναφέρει ότι έγραψε το πρώτο μέρος του βιβλίου 150 με 200 φορές. Την διακοσιοστή φορά, κατέληξε στην πρώτη εκδοχή, ο αφηγητής θα ήταν ο Θάνατος, αλλά αυτή τη φορά θα τον έβλεπε από άλλη οπτική γωνία.

Τρια χρόνια μετά τελείωσε το βιβλίο, το ονόμασε The Book Thief. Όταν εκδόθηκε τελικά το βιβλίο είπε: “Στα τρία χρόνια, πρέπει να απέτυχα πάνω από χίλιες φορές, αλλά η κάθε αποτυχία με έφερνε πιο κοντά σε αυτό που ήθελα να γράψω και για αυτό νιώθω ευγνώμων.”

Το βιβλίο έγινε πασίγνωστο, έμεινε 230 εβδομάδες best-seller στη New York Times. Πούλησε 8 εκατομμύρια αντίγραφα, μεταφράστηκε σε 40 γλώσσες και λίγα χρόνια μετά, σε μια αμερικάνικη-γερμανική παραγωγή γυρίστηκε σε ταινία, σκηνοθετημένη από τον Brian Percival, με πρωταγωνιστές τον «αγαπημένο» Geoffrey Rush, την Emily Watson και την 14χρονη Marie – Sophie Nélisse.

book thief

Συχνά πιστεύουμε ότι οι επιτυχίες που βλέπουμε είναι η επιφοίτηση ενός τύπου που ξύπνησε μες το βράδυ και άρχισε να γράφει το επόμενο best-seller. Ο James Clear, ένα περίεργο τυπάκι που ασχολείται με την ψυχολογία των συνηθειών, θέτει την περίπτωση του Zusak ως εξής: Νιώθουμε πιο ωραία αν θεωρούμε ότι η επιτυχία είναι ένα τυχαίο γεγονός, μια επιφοίτηση. Είναι πιο εύκολο για εμάς να το εξηγήσουμε, καθώς πάντα υπάρχει το στοιχείο της τύχης σε κάθε ιστορία επιτυχίας. Ο Zusak είναι μια απόδειξη όμως. Αποδεικνύει ότι αν γράψεις το βιβλίο σου 200 φορές, αν έχεις δουλέψει τόσο, ώστε να επανεφεύρεις τον εαυτό σου 200 φορές, για να κάνεις καλύτερο το δημιούργημα σου, η τύχη έχει ένα τρόπο να βρίσκει εσένα.

«It’s the mastering of daily habits that leads to creative success, not some mythical spark of genius.»

Συχνά αναρωτιέμαι αν πραγματικά μπορώ να δημιουργήσω κάτι που να έχει σημασία. Απογοητεύομαι εύκολα από τα αποτελέσματα που δίνω και τα παρατάω. Αναρωτιέμαι αν είμαι ικανή να δημιουργήσω κάτι που να με ικανοποιεί. Πως οι  δημιουργικές ιδιοφυΐες φτάνουν σε μεγάλες ιδέες; Δουλεύουν σαν παλαβοί. Είτε το αντιλαμβανόμαστε είτε όχι. Εργάζονται. Επεξεργάζονται, ξαναγράφουν, προσπαθούν, ξανά και ξανά, να τραβήξουν προς τα έξω την ιδιοφυΐα τους μέσα από την καθαρή δύναμη της θέλησης και της επιμονής. O Paul Erdos έχει πει κάτι που όλοι οι δημιουργοί ανακαλύπτουνε. Η δημιουργική ιδιοφυία αποκαλύπτεται μόνο όταν έχεις δουλέψει τόσο ώστε να διώξεις όλες τις μέτριες ιδέες από τη μέση. Η στρατηγική ονομάζεται “Equal Odds Rule”. Κάποιες φορές θα κάνεις κάτι καλό, κάποιες κάτι άχρηστο. Σημασία έχει να συνεχίζεις να κάνεις. Να δουλεύεις τόσο ώστε να αναγνωρίζεις τι σε ικανοποιεί και τι όχι. Να βγάζεις το μέτριο από τη μέση. “Άμα θέλεις να δημιουργήσεις κάτι καλό, πρέπει να είσαι διατεθειμένος να δημιουργήσεις πολύ σαβούρα στη πορεία”. Λογικό δεν είναι;

Σιγά τα νέα, θα μου πείτε, και θα έχετε δίκιο. Η επίγνωση όμως, θεωρώ ότι δίνει ένα σημαντικό πλεονέκτημα. Η απογοήτευση της αποτυχίας δεν σε οδηγεί καρφί στην παραίτηση, αλλά σου δίνει μια πιο σφαιρική εικόνα της πορείας. Άλλο ένα σενάριο που δεν είναι αρκετά καλό. Και το πιο σημαντικό; Η σαβούρα δεν σου δημιουργεί τύψεις. Δεν επιβεβαιώνει ότι δεν είσαι αρκετά καλός. Αρχίζει να σε αποσχολεί λιγότερο η κριτική, μειώνονται οι περισπασμοί και καθηλώνεσαι στον σκοπό: Να κάνεις.

Δεν ξέρω τι αντιλαμβάνεται ο καθένας ως success story, η προσωπική μου τοποθέτηση είναι ακόμα σε αναζήτηση. Επειδή όμως εδώ δεν είμαστε House of Cards, η εξουσία, τα λεφτά και το PR δεν αποτελούν την δική μου εικόνα της επιτυχίας. Τείνω να πιστεύω ότι το να βρεις τι σε παθιάζει, και να το κάνεις καλά, είναι αρκετό. Θεωρώ ότι οι οικονομικές απολαβές είναι ένα σημαντικό – αλλά σίγουρα όχι μοναδικό – κίνητρο. Είναι μια ένδειξη, αλλά δεν αποτελεί σκοπό. Κυρίως γιατί σε αποπροσανατολίζει. Δεν είσαι αρκετά προσηλωμένος σε αυτό που παθιάζεσαι, για να βγάλεις το καλύτερο αποτέλεσμα για σένα, αλλά για αυτόν που θα το παραλάβει. Δεν μπορείς να ικανοποιείς τους πάντες – σοκ, ξέρω.  Είναι πρακτικά αδύνατο. Ικανοποίησε τον εαυτό σου, δουλεύοντας πολύ, και όποιος συμμεριστεί τη δουλειά σου, καλώς. Η δική σου προτεραιότητα είναι να προσπαθείς – ξανά και ξανά – για το καλύτερο.

«Ditch the dream and be a doer, not a dreamer.»  Shonda Rimes


The failurist: Markus Zusak @ TEDxSydney 2014