Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν μια Ρακή και ένα Μέλι. Η Ρακή κατοικούσε σε ένα πλαστικό μπουκάλι, στον υπόγειο χώρο του μπαρ, ενώ το Μέλι βρισκόταν λίγα στενά πιο κάτω, στο μαγαζί με τα βιολογικά προϊόντα. Ο μήνας είχε πέντε και ο καιρός άρχισε να αγριεύει επικίνδυνα. Χιόνια στο καμπαναριό, έλεγε η ΕΜΥ κι έτσι αποφασίστηκε από το επιτελείο του Λευκού Κουταλιού, να παρασκευαστεί λίγο ρακόμελο, που το τράβαγε κι ο καιρός.

Το μελαμψό αγόρι έφυγε ταχύτατα ψάχνοντας να βρει το δεύτερο συστατικό  του χειμερινού πιοτού. Μπήκε στο πρώτο μαγαζί που βρήκε μπροστά του. Ήταν κομματάκι τσιμπημένη η τιμή του -μισό κιλό 17€- αλλά ήταν βιολογικό, ε και δεν είχε βάλει και το μπουφάν του έτσι σβέλτα που έφυγε, οπότε που να έτρεχε τώρα. Το Μέλι από την άλλη, ήταν να σκάσει. Πάνω που είχε φτιάξει ωραία κατάσταση εκεί στο μαγαζάκι, είχε κοινωνικοποιηθεί, είχε βρει και μια Κερήθρα κι έκαναν παιχνίδι, να σου ο, άντε μην πω τώρα. Πέρα- δώθε το πήγαινε κι άλλος ο κρυουλιάρης, με τούτα και με ‘κείνα, μπήκε στο Λευκό Κουτάλι, θεόχλωμο. Και είχε και μια οχλαγωγία εκείνη την ώρα, άλλο πράμα. Η μηχανή του καφέ έκοβε ασταμάτητα τα μυρωδάτα εσπρεσσάκια, η κουζίνα έβγαζε λαχταριστά scrambled eggs, μουσικές, τσιγάρα, φωνές και γέλια, το έκαναν το δόλιο το Μελάκι, να θέλει να ουρλιάξει «Σταματήστε!». Αλλά που φωνή. Τελικά, αφού άκουσε μια ψιλοκατσάδα ο μπάρμαν για την τιμή, το ακούμπησε- επιτέλους- στον πάγκο.

Αποφασίστηκε ομόφωνα, να παρασκευαστεί το ρακόμελο εκείνη τη στιγμή, γιατί το βράδυ θα γινόταν κακός χαμούλης για να προλάβουν την αναμενόμενη ζήτηση. Ανέβασαν τη Ρακή από το υπόγειο. Κρητικιά αυτή με μπόλικο τσαγανό, στράβωσε που έπρεπε να αλλοιωθεί με το Μέλι. Στράβωσε, ξεστράβωσε, όλα πια ήταν δρομολογημένα. Έριξαν λίγο από το ποιόν της στο μεγάλο μπρίκι και άνοιξαν το καπάκι του ξεθεωμένου Μελιού. Πήραν μια γερή ποσότητα κι από το δικό του ποιόν και το πέταξαν κι αυτό στο καυτό μπρίκι. Ουρλιαχτά και φωνές και μπουρμπουλήθρες και κλωτσομπουνιές ακολούθησαν της μίξης. Καρπαζιές η Ρακή, μπουνιές το Μελάκι. Ακολούθησε κι ένας διάλογος με μπόλικα κοσμητικά επίθετα, ένθεν και ένθεν. Ώσπου έβρασαν. Και τότε τα πράγματα πήραν άλλη τροπή.

Τα φαινομενικά αντίθετα υλικά, έβγαλαν ένα αποτέλεσμα μούρλια. Καυτά καθώς ήταν, ανέδυαν μια μυρωδιά λιγουρευτική. Κάλμαραν και κοιτάχτηκαν στα μάτια. Η Ρακή σταμάτησε τις καρπαζιές και το Μέλι κατέβασε τα χέρια του λίγο πριν το uppercut. Ξανακοιτάχτηκαν. Χαμογέλασαν. Ξελιγώθηκαν. Κοιτάχτηκαν ξανά. Και τότε το Μέλι, σαν άλλος Κωνσταντίνος Μαρκοράς, έξω από την μπουάτ, άρπαξε τη Ρακή- Μαρίνα Κουντουράτου και της έδωσε ένα φιλί που όμοιο του δεν ξανάχε δώσει. Και ταίριαξαν τόσο πολύ οι γεύσεις τους, που ήταν σα να είχαν φτιαχτεί ο ένας για το άλλο. Έρως ανίκατε μάχαν.

Η ώρα ήταν πια 21.00. Έξω ήδη χιόνιζε. Ο μελαχρινός με το σκούφο και η μελαχρινή με την τζιν σαλοπέτα, μπήκαν στο μαγαζί, σχεδόν τρέχοντας, να γλιτώσουν από την παγωνιά. Κάθισαν στην κορυφή του μοναστηριακού τραπεζιού.

«Ρακόμελο έχετε;»

«Μα φυσικά! Με ρακή από την Κρήτη και μέλι βιολογικό.»

Το ερωτευμένο ποτό ήταν ξαπλωμένο στο γαλβανισμένο μπρίκι. Και κάπου μεταξύ χαδιού και πειράγματος, σεισμός. Όχι ερωτικός, ο άλλος. Ο μπάρμαν πιάνει το μπρίκι και αναποδογυρίζει το ανυποψίαστο ΡακόΜελο στην κολονάτη κανάτα. Δύο σφηνοπότηρα κι έτοιμη η παραγγελία. Ακολούθησε πανικός. Η Ρακή και το Μέλι σχεδόν μέχρι να καταλάβουν τι τους τάραξε την αγαπησιάρικη ατμόσφαιρα, υποχρεώθηκαν να χωριστούν στα δύο. Ο μελαχρινός σέρβιρε τη μελαχρινή. Το πρώτο σφηνάκι ακολούθησε το δεύτερο, το τρίτο, το τέταρτο και πάει λέγοντας. Κι ενώ οι δύο μελαχρινοί ζέσταιναν το μυαλό και τη γλώσσα τους, το ΡακόΜελο γινόταν δύο κομμάτια.

Η κανάτα έφτανε στο τέλος της. Η Ρακή και το Μέλι κατάλαβαν ότι αυτό που έζησαν, θα τελείωνε στα επόμενα λεπτά. Αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν. Με αναφιλητά. Όπως κάθε ερωτευμένα προϊόντα άλλωστε. Η μελαχρινή σέρβιρε τις τελευταίες γουλιές. Η Ρακή και το Μέλι της, κυλούσαν πια στο αίμα δύο διαφορετικών ανθρώπων. Λίγο πριν το τέλος οι δύο τους ευχήθηκαν τα δύο κορμιά των μελαχρινών να ενώνονταν κάποτε. Μήπως έτσι ενώνονταν κι αυτοί ξανά. Ποιος ξέρει τι ακολούθησε.