(Ένα στόρυ για καλό φθινόπωρο)

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν δύο παχιές μύγες. Δεκαπενταύγουστος με τα μπαγκάζια στη φτερωτή ράχη και βουρ για Πειραιά. Η ώρα ήταν οκτώ και τα γνωστά σκασμένα τζιτζίκια σήκωναν τον τόπο. Η υγρασία κι η ζέστη, δημιουργούσαν μια κατάσταση αποπνικτική. Επιβιβάστηκαν άμεσα και μπήκαν κουτρουβαλώντας στη σιβηριακών συνθηκών αίθουσα. Τραβούσαν κι οι δύο για Ικαρία. Η καθεμιά μόνη της.

Λίγο μετά βγήκαν για τσιγάρο στο κατάστρωμα. Η παχιά μύγα γένους θηλυκού άπλωσε την αρίδα της σε ένα παγκάκι. Φόρεσε τα γυαλιά της και το καπελάκι της στραβά και λιαζόταν απολαμβάνοντας το τσιγάρο της. Η παχιά μύγα γένους αρσενικού, στεκόταν όρθια και χάζευε τους γλάρους που περνούσαν. Του «τελείωσε» ο αναπτήρας. Την πλησίασε και της ζήτησε φωτιά.

-Είμαι ο Χ.
-Εγώ η Ψ. Χάρηκα. Για πού ταξιδεύεις;
-Ικαρία. Εσύ;
-Κι εγώ. Ίσως τα πούμε εκεί.
-Ίσως.

Η παχιά μύγα γένους αρσενικού και ονόματος Χ, είχε καιρό να δει τόσο ωραία γουρλωτά μάτια. Η παχιά μύγα γένους θηλυκού και ονόματος Ψ είχε καιρό να δει τόσο ωραία φτερά. Με τον ενθουσιασμό στο ζενίθ, την έκοψε η λόρδα και κίνησε για την αραβική ενός χοντρού νταλικέρη. Τσίμπησε δυο μπουκίτσες, έφαγε και τρεις καρπαζιές από το βαρύτατο και άκομψο χέρι του «ιδιοκτήτη» της και ξαναγύρισε στο παγκάκι. Οι ώρες πέρασαν νεράκι, παίζοντας μόνη της pocket fly-scrabble. Πριν την περάσεις για τρελή, να εξηγηθώ ότι το έκανε για εξάσκηση. Ήταν πρωταθλήτρια. Στο τοπικό τουρνουά μυγών στην Αθήνας τον περασμένο χειμώνα, είχε σηκώσει την «κούπα» από τα χέρια της καθόλου τυχαίας, Χρυσόμυγας.

Στις 15.15 το καράβι έπιασε Εύδηλο. Το λιμάνι είχε τρομερή κίνηση. Κοσμοσυρροή με αυτοκίνητα και μηχανάκια, μιλιούνια τουριστών και ντόπιων που ανηφόριζαν για το πανηγύρι της Λαγκάδας. Κι οι δύο παχιές μύγες προς εκεί κατευθύνονταν αλλά είχαν το αβαντάζ του πετάγματος. Δεκαπέντε λεπτά αργότερα έφτασαν στη Λαγκάδα. Αυτό όπως και κάθε πανηγύρι της Ικαρίας, ήταν δημοφιλές ιβέντ για τις μύγες πανελλαδικώς, καθώς «έπαιζε φρι» άπειρο φτύσιμο σε ψητό κρέας, το οποίο σε συνδυασμό με την ορχήστρα έκανε τη «φάση» ιδανική. Οι άνθρωποι εκεί χόρευαν ασταμάτητα κι όσοι κάθονταν συνήθως ήταν στουπί, οπότε ανενόχλητες οι μύγες γεύονταν το φαγητό και τα σιροπιαστά γλυκά, χωρίς να τρώνε εξ απροόπτου κατραπακιές.

Η Ψ κατσικώθηκε σε ένα κανταϊφι (ήταν γλυκατζού). Ο Χ πέντε- έξι πιάτα παρακάτω, σιγόπινε το κόκκινο κρασί μιας ξανθούλας εικοσάρας (είχε μια ροπή προς το αλκοόλ). Το βιολί του Φακαρου έδινε και έπαιρνε. Ήχησε ο ικαριώτικος, ακούστηκε ένα πολύβουο «ωωωωω» και ως εκ θαύματος, τα τραπέζια άδειασαν. Οι άνθρωποι αγκαλιάστηκαν και ξεκίνησαν το χορό. Αυτό το χορό, που «άμα χαράζει στο Αιγαίο, είναι όμορφα σου λέω». Μεταξύ σιροπιού και οίνου, τα βλέμματα τους συναντήθηκαν. Τα γουρλωτά της μάτια μεγάλωσαν, τα φτερά του φούντωσαν και τα κανταϊφια και τα κρασιά πέρασαν σε δεύτερη μοίρα. Τα παράτησαν όπως -όπως, και πέταξαν για το κεφάλι του μπουζουξή. Η αστραφτερή καράφλα του ήταν το τέλειο μέρος για ΤΗ συνάντηση. Η κορμοστασιά τους αναδεικνυόταν μαγικά στο «γυαλιστερό παρκέ» του κυρ- Γιώργου. Στάθηκαν η μία απέναντι στην άλλη.

Έτριψαν τα μπροστινά τους πόδια. Έκαναν ένα βήμα μπροστά. Η καρδιά τους χτυπούσε δυνατά. Ετοιμάζονταν για το στροβιλιστό, όλο νόημα πέταγμα. Ήταν οι ακτίνες του ήλιου, το καλοκαίρι, η μουσική, η Ικαρία, η περιρρέουσα, γεμάτη ελευθερία ατμόσφαιρα για κάθε είδους τρέλα, που ευνοούσε- σχεδόν προκαλούσε, αυτό το εντομικό πάθος. Ένα χέρι σηκώθηκε. Ένα χέρι προσγειώθηκε. Στην καράφλα του Κυρ- Γιώργου. Η υπόλοιπη ορχήστρα ξέσπασε σε γέλια.

Ο Χ σταμάτησε να τρίβει τα πόδια του. Τα δύο φουντωτά φτερά του έγιναν ένα. Η Ψ πάγωσε. Ήταν η τριακοστή πρώτη ημέρα της ζωής του. Του έμεναν άλλες είκοσι εννέα. Χειροκροτήματα ακούστηκαν στο βάθος. Ο χορός είχε τελειώσει. Κι ο έρωτας των δυο παχιών μυγών επίσης.
Αυτό είναι το λεγόμενο αναπάντεχο.

ΥΓ: ΥΟLO. Τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο.