Στα δεκαοκτώ μου γνώρισα το Γιάννη. Ήταν ένας από αυτούς τους μετεφηβικούς έρωτες που σου συστήνουν τους αιώνιους έρωτες και σε απαλλάσσουν από τις τύψεις και ενοχές που πάντα σου άρεσε ο πιο ρέμπελος εξωσχολικός. Γιατί καταλήγεις πως αυτοί οι ρέμπελοι, ελαφρώς «καμένοι», μακρυμαλλιάδες εξωσχολικοί, που ξεχειλίζουν αντρίλα και ερωτισμό, σε τραβάνε όπως το μέλι την αρκούδα, γιατί είναι κατά βάθος ροκ σταρς. Που ζούνε γρήγορα και πεθαίνουν νωρίς. Απλώς κάποιοι μένουν στην ιστορία. Σίγουρα όχι ο Μιχάλης. Ο Τζιμ Μόρρισον όμως, ναι.

Γεννήθηκε στις 8 Δεκεμβρίου του 1943, στη Φλόριντα των ΗΠΑ και μεγάλωσε με τα δύο αδέρφια και τους γονείς του, αλλάζοντας συχνά σπίτια. Μπλα- μπλα-μπλα. Σταματάω εδώ. Παραλία Βένις, 1963. Ο Μόρρισον γράφει στίχους και ποιήματα, ως γνήσιος μποέμ. «LSD, ήλιος, θάλασσα, κορίτσια κι εμείς γράφαμε μουσική και ποίηση». Ένα μεσημέρι, ο Ρέι Μανζαρεκ, πρώην συμφοιτητής του Τζιμ από το UCLA, τον πλησιάζει στην παραλία. Έχει γράψει κάποιους στίχους για μια «φανταστική συναυλία». Ο Μανζαρεκ τον προκαλεί να τους τραγουδήσει όπως ακριβώς τους έχει φανταστεί. Είναι το Moonlight Drive, γραμμένο για την Πάμελα Κούρσον. Λίγο καιρό αργότερα, κάνουν την πρώτη τους εμφάνιση σε μια μικρή σκηνή της περιοχής. Ρέι Μανζαρεκ, Τζον Ντένσμορ, Ρομπι Κρίγκερ και Τζιμ Μόρρισον. Είναι οι The Doors. Οι «Πύλες της Ενόρασης». Ο Μόρρισον εμφανίζεται με πλάτη στο κοινό. Δε γυρνάει δευτερόλεπτο και παρόλα αυτά, ουρλιαχτά σείουν την αίθουσα. Στο τέλος της βραδιάς, έρχεται η πρόταση για την πρώτη τους μεγάλη εμφάνιση στο γνωστό κλαμπ «Whisky A Go Go» . Έχοντας ήδη ηχογραφήσει τον πρώτο τους δίσκο με μεγάλες επιτυχίες, όπως το Light my Fire, εμφανίζονται στο κλαμπ, προκαλώντας ντόρο. Ο Μόρρισον πια έρπεται στη σκηνή, το κοινό εκστασιάζεται και παρά την απόλυση τους λόγω «αισχροτήτων», οι The Doors, υπογράφουν το πρώτο τους μεγάλο συμβόλαιο με την εταιρία «Elektra Records».

This is 60’s. Η δολοφονία του Κέννεντι, ο πόλεμος στο Βιετνάμ, ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, η έγχρωμη τηλεόραση, τα παιδιά των λουλουδιών, τα παραισθησιογόνα. Οι The Doors γεννιούνται και δοξάζονται, σε μια εποχή πλήρους αποδοκιμασίας των χρηστών ηθών. Ο frontman Μόρρισον, είναι αθώος και βλάσφημος, ποιητής και ροκ εντ ρολ, επικίνδυνος και ευφυής. Όπως η εποχή του. Πίνει επί σκηνής, τραγουδάει πως θέλει να σκοτώσει τον πατέρα του και να πηδήξει τη μάνα του, χοροπηδάει, πέφτει, ξανασηκώνεται, λιποθυμάει και συνέρχεται, αγαπάει και μισεί. Δηλώνει ορφανός κι ας μην είναι, δείχνει αλαζόνας κι ας ντρέπεται, πουλάει χωρίς να ξεπουλιέται.

Ο Eντ Σάλλιβαν καλεί το συγκρότημα στην εκπομπή του, ζητώντας ωστόσο να αλλάξουν οι στίχοι του Light My Fire από «Girl we couldn’t get much higher» σε «Girl we couldn’t get much better». Ο Τζιμ συμφωνεί. Λίγα λεπτά αργότερα το «higher» ακούγεται με στόμφο. Στην πρώτη συναυλία της περιοδείας τους στην Ευρώπη, πέφτει λιπόθυμος απ’ το ποτό, επί σκηνής. Στην πρώτη συναυλία της περιοδείας τους στην Αμερική, συλλαμβάνεται για προσβολή δημοσίας αιδούς, αφού φημολογείται πως κατέβασε το παντελόνι του, προκαλώντας το κοινό να κάνει ακριβώς το ίδιο. Μπλουζάκια και εσώρουχα είχαν εκσφενδονιστεί στον αέρα.

the_doors

Στο μεταξύ, οι επόμενοι δίσκοι που κυκλοφορούν, γίνονται χρυσοί. Ο κόσμος συνεχίζει να γουστάρει και να στηρίζει τους Τhe Doors. Το ίδιο και τον Μόρρισον. Είναι ο αγαπημένος του Γουόρχολ, των γυναικών, των δημοσιογράφων, της Παμ, των Αμερικανών, που το ’68 τον ανακηρύσσουν τραγουδιστή της χρονιάς, ενώ μέχρι σήμερα θεωρείται ένας από τους εκατό σημαντικότερους τραγουδιστές όλων των εποχών. Είναι ο Βασιλιάς των Ερπετών.

 

Το 1970, μετά την τεράστια επιτυχία του LA Woman , αποφασίζει να αποσυρθεί με την Πάμελα, στο Παρίσι, προκειμένου να αποστασιοποιηθεί από τη ζωή που έκανε μέχρι τώρα και να επικεντρωθεί στην ποίηση του. «Τα απλά πράγματα δεν έχουν αλλάξει. Είναι πάντα προτιμότερο να είσαι ειλικρινής και αληθινός. Να κάνεις ό,τι καλύτερο με αυτά που έχεις. Να είσαι χαρούμενος με τις απλές απολαύσεις. Και να έχεις θάρρος όταν τα πράγματα πάνε στραβά». Γρήγορα όμως καταθλίβεται και αποφασίζει, τηλεφωνώντας στο Μανζαρεκ, να επιστρέψει πίσω στην Αμερική. Ποτέ.

3 Iουλίου του 1971. Ο Μόρρισον βρίσκεται νεκρός στην μπανιέρα του. Είναι 27 ετών. Δεν διενεργήθηκε ποτέ αυτοψία στη σορό του. Σύμφωνα με την Πάμελα, ο θάνατός του προήλθε από τη λάθος λήψη υπερβολικής ποσότητας ηρωίνης, που ο Τζιμ νόμισε πως ήταν κοκαΐνη. Σήμερα φημολογείται πως τη μοιραία δόση, προμήθευσε ο πρώην εραστής της Μαριαν Φέιθφουλ και γνωστός drug dealer της εποχής. Ενταφιάζεται στο νεκροταφείο Père Lachaise στο ανατολικό Παρίσι, παρουσία δύο ατόμων. Της Παμ και του παραγωγού του. Η ίδια, πεθαίνει από υπερβολική δόση ηρωίνης, τρία χρόνια αργότερα.

Ο Μόρρισον διάβαζε Νίτσε, Ρεμπώ και Μπλέηκ. Εξέδωσε μόνος του τα ποιήματά του, τους «Κυρίους» και «Τα νέα πλάσματα». Και τα δυο έργα ήταν αφιερωμένα στην Πάμελα Σούζαν Κούρσον. Αυτά ήταν τα μόνα γραπτά του, που εκδόθηκαν κατά τη διάρκεια της ζωής του.

Για την ιστορία, οι The Doors, ήταν ένα συγκρότημα διάρκειας 54 μηνών, που πούλησε συνολικά 84 εκατομμύρια δίσκους. Ετησίως συνεχίζει να πουλάει περίπου ένα εκατομμύριο, ενώ η μουσική τους δε δόθηκε ποτέ και κατόπιν καμίας αμοιβής, για διαφημιστικούς σκοπούς.

Ο Τζιμ Μόρισσον (για τη δική μου ιστορία), είναι μέχρι και σήμερα ο αιώνιος έρωτας. Για κανέναν από τους παραπάνω λόγους. Αλλά γιατί συστηνόταν απλώς ως Jim.