Που μένει ο άνθρωπος:

Παλάτι – πύργος – μέγαρο
έπαυλη – βίλλα – μονοκατοικία
πολυκατοικία – ρετιρέ – υπόγειο
καλύβα – παράγκα  – καταγώγιο
αρχοντικό – λαϊκό – φτωχικό
προκατασκευασμένο – λυόμενο – τροχόσπιτο
παράνομο – αυθαίρετο – κατεδαφιστέο
μοντέρνο – παραδοσιακό – νεοκλασικό
μαρμάρινο – πέτρινο – ξύλινο
εξοχικό – χωριάτικο – νησιώτικο
εργατικό – επαγγελματικό – αγροτικό
ατελείωτο – ερείπιο – χαμόσπιτο
πτωχοκομείο – γηροκομείο – ορφανοτροφείο
άσυλο – νοσοκομείο – τρελοκομείο
στρατώνας – μοναστήρι – φυλακή
κονάκι – τσαρδί – αντίσκηνο
σπηλιά – παγκάκι – τάφος

Γιώργος Κανδύλης, Η ζωή και το έργο

Υπάρχουν αρχιτέκτονες, που παρά τη συμβολή τους, ξεχνιούνται πιο εύκολα από άλλους. Δε σβήνουν όμως από τη μνήμη ή τα βιβλία. Απλώς δεν έχουν την απαιτούμενη ποσότητα χρυσόσκονης για να εντυπωσιάζουν τους φοιτητές τόσο, που να τους αναζητούν μέσα στις ακαδημαϊκές βιβλιοθήκες. Είχα ακούσει για τον Κανδύλη από ένα δάσκαλο μας – που εμμέσως πλην σαφώς, μας είπε να ξεστραβωθούμε αν δεν ξέρουμε τον Κανδύλη. Μπήκε στα to-do list και έμεινε εκεί, μαζί με όλα αυτά που απαρνιέται η καθημερινότητα να ασχοληθεί, ίσως για χάρη του ήλιου, ίσως όχι. Προέκυψε όμως κι ήρθε στα χέρια μου το παλιομοδίτικο βιβλίο. Έπρεπε να ψάξω κάτι πολύ συγκεκριμένο αλλά πάντα ξεκινάω από τις εισαγωγές. Και δεν μπορούσα να σταματήσω. Ήμουν βιαστική, έπρεπε να ψάξω για τον οικισμό στο Περού και να συνεχίσω τη δουλειά μου αλλά βρέθηκα να διαβάζω όλη τη ζωή και το έργο του. Και μέσα στις σελίδες βρήκα κάτι που με βασάνιζε καιρό.

“ Μαζί με τους άλλους θείους μου, τον Κόστια και τον Μίσα, είχα φτιάξει μέσα στο μυαλό μου κάτι σαν τέρας που ενσάρκωνε τέσσερα μυθικά πρόσωπα σ’ ένα, τον Θείο με κεφαλαίο «Θ», ένα κατασκεύασμα εξαιρετικής ποιότητας, που δεν μπορούσα να προσδιορίσω και που στην πραγματικότητα ήταν μια σύνθεση από τον σοφό, τον μηχανικό, τον φιλόσοφο και τον μουσικό.
Μου έλεγαν αδιάκοπα για παραδειγματισμό:
– Ο θείος σου ο Κόλιας έκανε αυτό…
– Ο θείος σου ο Βάνιας έκανε εκείνο…
Για μένα, ήταν πάντα ο ίδιος, ο θείος του ονείρου, ο θείος-δημιουργός, ο θείος-επαναστάτης, που με καταδίωκε όταν χοροπηδούσα στο μεγάλο πάρκο του σπιτιού της μητέρας μου κι όταν κατέβαινα να δω τα μεγάλα πλοία – που ήταν ωστόσο, πολύ μικρά”.

Αυτός ο θείος. Ο θείος-εφιάλτης της παιδικής μου ζωής. Και δεν ήταν μόνο ένας. Ήταν όλοι αυτοί οι θείοι που χωρίς καμία συγγένεια με εμένα, είχαν πιάσει τη ζωή από τα μαλλιά, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Δεν μου είπε κανείς κοίτα τον έναν και κοίτα τον άλλον. Μπορεί λίγο η μαμά μου αλλά μόνο σε κάποιες extreme περιπτώσεις. “Αυτή οδηγεί χωρίς χέρια, μπορείς κι εσύ”, που εγώ – όπως καταλαβαίνετε – είχα χέρια. Τους έβλεπα μόνη μου, τους διάβαζα. Δεν είχα προβλήματα σύγκρισης, είχα όμως προβλήματα αυτοπροσδιορισμού και ύπαρξης.

(Long pause)

Θα σας μιλήσω πολύ ειλικρινά. Τη ζωή δεν την πολυκαταλαβαίνω. Ζω με την παραδοχή ότι μου λείπει η σοφία. Έχω θεωρήσει δεδομένο ότι η ζωή έχει νόημα, γιατί είναι η μια και μοναδική ευκαιρία. Ευκαιρία για να είσαι αυτό που είσαι. Τι είμαι; Είμαι ένα μυρμήγκι που μαζί με όλα τα άλλα μυρμήγκια πρέπει να επιβιώσω και να γίνω όσο πιο πλήρης και ευτυχισμένη μπορώ. Ήδη έγινε πολύ περίπλοκο, με το που θίξαμε την ευτυχία. Ευτυχία είναι απλά η δήλωση ότι είμαι ή κάνω κάτι ή υπάρχω σε ένα πλαίσιο, που με κάνει ευτυχισμένο και αυτό το κάτι απέχει από οποιοδήποτε κλισέ, που προσπαθεί να ομαδοποιήσει το πως κάποιος είναι ευτυχισμένος. Πολύ απλό παράδειγμα: the american dream. Η ευτυχία κάποιου, είναι η μιζέρια κάποιου άλλου.

Morocco-1952-

Πως είμαστε ευτυχισμένοι; Η μεγαλύτερη ερώτηση που έχω στη ζωή μου, είναι όντως αυτή. Πως θα είμαι ευτυχισμένη. Δεν καταλαβαίνω, έχει ροή η ευτυχία; Είναι δρόμος, είναι στατική; Είναι μια μεμονωμένη στιγμή; Θα έπρεπε να είμαστε ευτυχισμένοι μόνιμα και η διατάραξη αυτής της κατάστασης να είναι η ζωή; Που μεταξύ μας, δεν είναι πάντα γλυκιά. Από τη μια, νιώθω ότι έχω γεννηθεί – συγκριτικά με τις παγκόσμιες δυσκολίες – ως ένα από τα πιο τυχερά άτομα. Σπουδάζω, έχω πρόσβαση σε γνώση, τέχνη, φαγητό, στέγη. Τι άλλο θέλω; Αυτά, από τη μια οπτική γωνία.

Από την άλλη, υπάρχω σε έναν άθλιο κόσμο, όπου κόσμος πεινάει, αρρωσταίνει, δε σκέφτεται, εκμεταλλεύεται, αλληλοσκοτώνεται. Εδώ έρχεται το θείο τέρας. Είναι αυτή η σιωπηλή επιθυμία που έρπει μέσα μου για αλλαγή, για συμβολή τουλάχιστον. Ο κωμικός πλανητάρχης που θέλει να αλλάξει τον κόσμο. Τα κριτήρια της ευτυχίας μου έχουν δεθεί άρρηκτα, χωρίς να ξέρω αν πρέπει να το ανατρέψω αυτό, με το ποια θέλω να είμαι. Θέλουμε, συνήθως, αυτό που εκτιμάμε. Παραδειγματιζόμαστε, έστω και ασυναίσθητα, από ανθρώπους που μας λέει κάτι η ύπαρξη τους, ο τρόπος σκέψη τους, η συμβολή τους. Ο τρόπος που αντιμετωπίσανε καταστάσεις ή δημιουργήσανε άλλες. Κάποια μυρμήγκια είναι διαφορετικά από άλλα μυρμήγκια, όπως και “όλα τα ζώα είναι ίσα αλλά κάποια ζώα είναι πιο ίσα από τα άλλα”. Αυτοί οι Θείοι που εκτιμώ, αυτές οι φυσιογνωμίες που με εμπνέουν να ζω, προφανώς και δεν είναι τέλειες, τίποτα το ανθρώπινο άλλωστε δεν μπορεί να είναι τέλειο.

Sèvres, France-1965

Ψάχνω τη γαλήνη, αυτή πιστεύω ότι είναι η ευτυχία μου. Και όσο προσπαθώ να φτάσω σε αυτή, τόσο τα όρια του χρόνου με στενεύουν ψυχικά. Νιώθω ότι κάθε μέρα μεγαλώνω μια μέρα πιο κοντά στο θάνατο, τον εξευγενισμένο από κάθε δεισιδαιμονία θάνατο, που είναι εκεί και ορίζει τον κύκλο της ζωής.  Θα ήθελα να παγώσω το χρόνο. Να κλειστώ σε ένα σπίτι και να διαβάζω ασταμάτητα, χωρίς ύπνο, χωρίς τύψεις, χωρίς κανενός είδους «διασκέδαση», με μια εσπρεσιέρα να μου κάνει παρέα και ωραία θέα. Τι ανισσόροπη ιδέα. Η απουσία μέτρου, σπάνια φέρνει ευτυχία. Και οι άνθρωποι; Οι φίλοι, οι οικογένεια, οι σύντροφοι; Αυτοί είναι οι μόνοι που έχουν νόημα. Οι σχέσεις που δημιουργούμε και χτίζουμε είναι ανεξάντλητες πηγές ζωής. Είναι κινητήριες δυνάμεις. Η μάχη του δημιουργού και η μάχη του ισορροπημένου, αρχίζω να νιώθω ότι δεν πάνε μαζί. Η καθημερινότητα με αποσυντονίζει τελείως. Δεν κάνω τίποτα από τα δυο καλά. Και αφήνω τις μεγάλες προσδοκίες να ενσαρκώνονται σε αγχώδεις διαταραχές με σφραγίδα.

Ο πλανητάρχης μέσα μου φεύγει στεναχωρημένος και μου ψιθυρίζει ότι δεν το αντέχω αυτό. Δεν θα αλλάξεις τον κόσμο, ηλίθιοι είναι αυτοί που θεώρησαν ότι μπορούν. Κάνε ότι περνάει από το χέρι σου, από το μυαλό και την ηθική σου και ζήσε αυτό που έχεις. Γιατί έχεις μόνο αυτό και τίποτα άλλο κι αν θελήσεις οτιδήποτε άλλο, ο δρόμος ξεκινά από εκεί που είσαι. Ο Jagger, το έχει πει καλύτερα, βέβαια: You can’t always get what you want, but if you try sometimes, you get what you need. Το τι νομίζουμε πως θέλουμε , με αυτό που έχουμε πραγματικά ανάγκη, μπορεί να απέχουν ακραία. Πρέπει να αφήσω τη ζωή να συμβεί, ορίζοντας την όσο μπορώ, με τους Θείους πάντα στο πλευρό μου. Τα θεία τέρατα γίνανε θεία, επειδή στηρίχθηκαν στη μοναδικότητα της προσωπικότητας τους και έτσι συνέβαλλαν σε ένα όλο.

“ – Τώρα που τελείωσες το γυμνάσιο σκεφτήκαμε το μέλλον σου. Και νομίζουμε πως θα ήταν ευχής έργο αν ερχόσουν να δουλέψεις μαζί μας… στην Εμπορική Τράπεζα.
Καλοί θείοι.
– Φυσικά, θ’ αρχίσεις από πολύ χαμηλά. θ’ ανέβεις τις βαθμίδες και μια μέρα, χάρη στην εργασία και την επιμονή σου, θα φτάσεις σε μια προνομιούχο θέση για την οποία θα μπορείς να περηφανεύεσαι.
Να γίνω μικροτραπεζίτης, μεσαίος τραπεζίτης, μεγαλοτραπεζίτης! Τι εξαιρετικό δώρο. Τι θαυμαστοί ορίζοντες!
Τι παγίδα ωστόσο για την ελευθερία.
Για εκείνους, ήταν ο φυσικός δρόμος, ο δρόμος που έπρεπε να ακολουθήσω, η φρόνιμη απόφαση, γιατί την είχαν και οι ίδιοι διαλέξει. Γιατί ήταν σοβαροί, εκμεταλλεύονταν τις μεγάλες ευκαιρίες αλλά δεν ανέχονταν ποτέ να τους αρνηθείς και να πιείς από άλλη πηγή, εκτός από εκείνη της δικής τους αλήθειας.
Εγώ θεωρούσα ευτύχημα να είμαι ο γιός των γονιών μου. Να «ρωσοφέρνω» και να μην «αγγλοφέρνω». Ν’ ανήκω σε μιαν οικογένεια από καλλιτέχνες και όχι από τραπεζίτες. Να μην είμαι ούτε συνετός, ούτε σοβαρός. Ν’ αρνιέμαι τη μεγάλη ευκαιρία. Να βάζω οριστικά τον εαυτό μου στο περιθώριο της δικής τους αλήθειας. Να είμαι, με μια λέξη, ελεύθερος.
– Σας ευχαριστώ, έχω ωστόσο άλλα σχέδια.”

Ο θείος Κανδύλης _ Quick Bio

Ο Γιώργος Κανδύλης γεννήθηκε στις 29 Μαρτίου 1913, στο Μπακού της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, πρωτεύουσα του σημερινού Αζερμπαιτζάν. Έζησε την Οκτωβριανή Επανάσταση, σα παιδί, πούλαγε καραμέλες και τσιγάρα, ενώ η μητέρα του ήταν βαριά άρρωστη, ο πατέρας του στη φυλακή ενώ ο μικρός του αδερφός πέθανε. Μετακόμισε στη Ελλάδα, στις «ρίζες» του, σε εφηβική ηλικία, έμαθε ελληνικά και έφτασε στην πόρτα του Πολυτεχνείου, με καθηγητές τον Πικιώνη και τον Ορλάνδο. Άκουγε τον Le Corbusier στην αυλή του Πολυτεχνείου, στη λήξη του Τέταρτου Παγκόσμιου Συνεδρίου Σύγχρονης Αρχιτεκτονικής (CIAM), άνοιξε αρχιτεκτονικό γραφείο στη Ομόνοια και εργάστηκε σα βοηθός του Δεσποτόπουλου στο ΕΜΠ. Το 1940, πολέμησε στο αλβανικό μέτωπο και το 1945 μετακόμισε στο Παρίσι με υποτροφία της γαλλικής κυβέρνησης με άλλους εκατόν είκοσι Έλληνες, ανάμεσα τους ο Π.Ζενέτος, Α.Προβελλέγγιος, Ι.Βεάκης, Δ.Χωραφάς, Κ.Καστοριάδης κτλ. Συνεργάστηκε με τον Le Corbusier και δούλεψε από τη Γαλλία μέχρι το Μαρόκο. Το 1965, επιλέχθηκε ως καθηγητής στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών του Παρισιού, όπου συνέχισε να διδάσκει μετά το Μάη του ’68, ενώ οι υπόλοιποι καθηγητές εκδιώχθηκαν. Ήταν ο πρώτος αλλοδαπός καθηγητής και ο μόνος που δεν είχε αποφοιτήσει από την εν λόγω σχολή. Ακολούθησαν δουλειές και διακρίσεις, ανάμεσα στις οποίες ορίστηκε μέλος του Ανώτατου Πολιτιστικού Συμβουλίου της γαλλικής κυβέρνησης. Πέθανε στις 10 Μαίου 1995 στο Παρίσι. Άσκησε κοινωνικό, πολιτικό, οικονομικό, καλλιτεχνικό και τεχνικό έργο μέσα από τη δουλειά και την ύπαρξη του.

 

afisa ekthesis 5-9-13, afieromeni ston kandyli