Αν ήταν φαγητό, θα ήταν κάτι πικάντικο. Αν ήταν άρωμα, θα είχε λίγο από λιβάνι. Αν ήταν κρασί, θα ήταν εκείνο το παλιό καλό. Αν ήταν αντικείμενο, θα ήταν τσιγάρο. Αν έλεγα λιγότερα, θα ήταν σίγουρα καλύτερα. Τι να τους κάνεις τους cheesy προλόγους, όταν πρόκειται για τη Μάρλεν Ντίτριχ;

Η ούλτρα ντίβα γεννιέται σαν σήμερα το 1901, στο Βερολίνο. Μεγαλώνει με τη μητέρα και το σύζυγό της, καθώς ο πατέρας της πεθαίνει αρκετά νωρίς. Ζώντας σε ένα πειθαρχημένο και αυστηρά μητριαρχικό περιβάλλον, μαθαίνει γαλλικά, αγγλικά και βιολί. Η ίδια από αρκετά μικρή ηλικία αποφασίζει πως θέλει να γίνει επαγγελματίας βιολονίστρια. Η τύχη όμως δε θα της το επιτρέψει, λόγω ενός σοβαρού τραυματισμού στο αριστερό της χέρι. Αργά ή γρήγορα, καταπιάνεται με την υποκριτική και το τραγούδι. Το παρατσούκλι της στο σχολείο είναι “bedroom eyes”, τη στιγμή που αυτά τα μάτια μαγεύουν μέχρι και τον καθηγητή της, με τον οποίο – σύμφωνα πάντα με τις φήμες, συνάπτει ερωτικό δεσμό.

Τα χρόνια κυλούν, η Μαρία Μαγδαληνή μεγαλώνει και σύντομα γίνεται Μάρλεν. Υιοθετεί το συνδυασμό του ονόματός της, γιατί η οικογένεια της δεν ενέκρινε ποτέ την επιλογή της να σπουδάσει ηθοποιός. Ήδη πριν αποφοιτήσει, παίζει κάποιους ρόλους σε μικρές μουσικοθεατρικές παραστάσεις και σε βουβές ταινίες. Το Μάιο του 1923, παντρεύεται το βοηθό σκηνοθέτη, Ρούντολφ Σίμπερ και ένα χρόνο αργότερα, φέρνει στον κόσμο την κόρη της, Μαρία. Πέντε χρόνια μετά, η Ντίτριχ χωρίζει το Σίμπερ, χωρίς ωστόσο να πάρουν ποτέ διαζύγιο. Αποφασίζουν να συνάψουν ελεύθερη σχέση. Εκείνος ζει με μια Ρωσίδα ηθοποιό, ενώ εκείνη τον ενημερώνει για τους κατά καιρούς έρωτές της, αν και όπως του έλεγε συχνά, αυτός ήταν η μόνη αγάπη της ζωής της. Μάλιστα, υπόσχονται ότι στα γεράματα θα ξαναζήσουν μαζί γιατί έπρεπε να είναι κοντά ο ένας στον άλλο για το τέλος τους. Δε συνέβη ποτέ. Εκείνος πεθαίνει το 1976, μόνος.

Το 1929, είναι η χρονιά που η ζωή της μέχρι πρότινος άγνωστης Μάρλεν, θα αλλάξει για πάντα. Ανάμεσα στους θεατές που παρακολουθούν το σόου της στο καμπαρέ όπου εμφανίζεται, είναι και ο σκηνοθέτης του Χόλιγουντ Γιόζεφ φον Στέρνμπεργκ. Τη βλέπει, μαγεύεται (ναι και αυτός) κι ενώ είχε κατά νου άλλη ηθοποιό για πρωταγωνίστρια στην ταινία του, τελικά της προτείνει το ρόλο. Η Ντίτριχ είναι ο «Γαλάζιος Άγγελος«. Η ταινία γυρίζεται σε αγγλική και γερμανική βερζιόν και η πρωταγωνίστρια της, είναι εν μια νυκτί  η νέα ντίβα. Ένα χρόνο μετά και αφού έχει ήδη προετοιμαστεί το έδαφος, οι δυο τους φεύγουν για Αμερική. Τα χρόνια που ακολουθούν, η Μάρλεν και ο Γιόζεφ συνεργάζονται σε συνολικά έξι ταινίες: Μαρόκο («Morocco», 1930), Η ατιμασμένη («Dishonored» 1931), Σανγκάη Εξπρές («Shanghai Express», 1932), Ξανθή Αφροδίτη («Blond Venus», 1932) και Τραγική τσαρίνα («Scarlet Empress», 1934).

postermarlen

Για τον Φον Στέρνμπεργκ είναι η Μόνα Λίζα του. Αινιγματική και μυστηριακή φιγούρα, η Ντίτριχ τον «εξουσιάζει». Όσο διαρκεί η ερωτική τους σχέση, διαρκεί και η επαγγελματική. Πέντε χρόνια μετά δεν αντέχει τη μοναξιά πίσω απ΄τους ερωτικούς ήχους της κλειδωμένης πόρτας του καμαρινιού της και χωρίζουν. Στο μεταξύ, εκείνη βρίσκεται σεξουαλικά, σχεδόν με κάθε συμπρωταγωνιστή της. Μια από τις γνωστότερες και εντονότερες σχέσεις όμως, για την οποία χύθηκε πολύ μελάνι στις φυλλάδες της εποχής, είναι αυτή με τον Τζον Γουέιν. Λέγεται πως όταν τον πρωτοείδε στην τραπεζαρία των στούντιο Γιουνιβέρσαλ, είπε στο σκηνοθέτη Τάι Γκαρνέτ «Μπαμπάκα, αγόρασέ μου αυτό», εννοώντας να τον προσλάβει στην ταινία Seven Sinners που επρόκειτο να γυρίσει. Έτσι κι έγινε.

Ο Γουέιν είναι ήδη παντρεμένος. Γεγονός που δεν μπόρεσε να εμποδίσει το σαρωτικό τους έρωτα. Η Ντίτριχ τον καλεί στο καμαρίνι της. Κάποια στιγμή τη ρωτά τι ώρα είναι. Εκείνη σηκώνει τη φούστα της, αποκαλύπτοντας ένα ρολόι περασμένο στην καλτσοδέτα της. «Είναι πολύ νωρίς, αγάπη μου. Έχουμε καιρό». Κανένας από τους δυο δεν προσπαθεί να κρατήσει τη σχέση τους, κρυφή. Είναι θυελλώδης και κρατά τρία χρόνια. Όταν πολύ αργότερα, του ζητήθηκε να περιγράψει την πιο σεξουαλική στιγμή της ζωής του, εκείνος αποκάλυψε: «Στη Ρώμη. Στο ξενοδοχείο Εξέλσιορ. Με την Ντίτριχ. Την πήρα στις σκάλες».

Η Μάρλεν στο μεταξύ, αλλάζει την υπηκοότητά της σε αμερικάνικη, δηλώνοντας έτσι την αντίθεσή της στο φασισμό του Χίτλερ- παρότι ο ίδιος λέγεται, ότι έτρεφε μεγάλο θαυμασμό για το πρόσωπό της. Ωστόσο, παρακολουθείται στενά από το FBI για να εξακριβωθεί αν όντως τρέφει φιλοαμερικανικά συναισθήματα ή αν στηρίζει τους Ναζί. Παρακολουθούνται οι τραπεζικοί της λογαριασμοί, το τηλέφωνο, η αλληλογραφία της, οι φιλικές και ερωτικές της σχέσεις. Κάπως έτσι αποκαλύπτονται οι ομοφυλοφιλικές της τάσεις και η σχέση της με την Kέι Φράνσις. Αν συνεχίσω έτσι, θα νομίζεις στο τέλος πως διαβάζεις το Ciao (άραγε υπάρχει ακόμα;) αλλά έχει πολύ ζουμί η υπόθεση. Θα αρκεστώ να αναφερθώ μόνο στην πλατωνική της σχέση με τον Έρνεστ Χέμινγουεϊ, ο οποίος τη χαρακτήριζε ως «ένα μη συγχρονισμένο πάθος». «Υπήρξαμε θύματα ενός μη συγχρονισμένου πάθους. Όταν εγώ δεν ήμουν ερωτευμένος, η Γερμανίδα μου ήταν βαθιά μέσα σε κάποια ρομαντική σχέση και σε εκείνες τις φάσεις που η Ντίτριχ ήταν στην επιφάνεια και κολυμπούσε με αυτά τα θεσπέσια μάτια σε αναζήτηση, εγώ ήμουν δεσμευμένος».

Τη φάγανε οι έρωτες θα μπορούσε να λέει εδώ η ιστορία, αλλά ας όψεται. Το 1936 είναι η πιο ακριβοπληρωμένη ηθοποιός, όμως τα χρόνια που ακολουθούν δεν είναι και τόσο παραγωγικά. Οι κινηματογραφικές επιτυχίες «στερεύουν», η ίδια αποσύρεται για αρκετό καιρό, ενώ επιστρέφει τελικά το 1944, όχι στο πανί του σινεμά αλλά στην παλιά της τέχνη κόσκινο. Στο καμπαρέ. Η επιτυχία από την εμφάνιση της στο Λας Βέγκας είναι τεράστια και ακολουθεί περιοδεία σε Αμερική, Ευρώπη και Αυστραλία. Στη σκηνή ανεβαίνει πότε με εντυπωσιακές τουαλέτες και γούνες και πότε με κοστούμια, συνδυασμένα με ανδρικά καπέλα και παπιγιόν ή γραβάτες. Ο τρόπος που καπνίζει, φημολογείται ότι πείθει χιλιάδες γυναίκες της εποχής της, να ξεκινήσουν ο κάπνισμα. Είναι η Μάρλεν Ντίτριχ και είναι φαινόμενο.

Την τελευταία της επίσημη εμφάνιση κάνει το 1975 στην ταινία Ζιγκολό («Α Gigolo»), με τον Ντέιβιντ Μπάουι. Λίγα χρόνια αργότερα επιστρέφει στον Μαξιμίλιαν Σελ και ηχογραφούν την τελευταία της συνέντευξη διάρκειας 18 ωρών, κατά την οποία η Μάρλεν αρνείται να τη δείξει η κάμερα. Ο Σελ χρησιμοποίησε αποσπάσματα της συνέντευξης στο αριστουργηματικό ντοκιμαντέρ του, με τίτλο «Marlene: Α feature» που γνώρισε το 1984, παγκόσμια επιτυχία. Εκείνη, πεθαίνει στον ύπνο της, το 1992, στο σπίτι της στο Παρίσι. Μόνη.

Η Μάρλεν Ντίτριχ είναι μια γυναίκα που έγραψε το δικό της ξεχωριστό κεφάλαιο, στο βιβλίο των μεγάλων ηθοποιών του προηγούμενου αιώνα. Θηλυκή, αρσενική, λολίτα, γυναίκα, δυναμική, ανασφαλής. Η Μάρλεν Ντίτριχ αποτελεί μέχρι και σήμερα, μια κατηγορία μόνη της. «Δεν υπήρξε καλή μάνα, καλή σύντροφος ή καλή φίλη. Εκείνη ήξερε μόνο να είναι σταρ»*. Κι αυτό ήταν.

*Τα λόγια της κόρης της, σε συνέντευξη που παραχώρησε πριν χρόνια, μιλώντας για τη μητέρα της.
marlen grammata