Η Σταλίτσα κι η Σταλιά.
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια Σταλίτσα και μια Σταλιά. Η Σταλίτσα ζούσε σε ένα δέντρο μιας γειτονιάς με πολλούς ορθοδόξους (Έλληνες και Ρώσους, ως επί το πλείστον) και η Σταλιά σε έναν ηλίανθο μιας γειτονιάς  Κρητικών γαλατάδων. Η μοίρα τα ‘φερε έτσι, που συναντήθηκαν σε ένα πάρτι φίλων έναν Αύγουστο πριν κάποια χρόνια. Τότε που είχαν μαζευτεί  λουλούδια και δέντρα και θάμνοι και χορτάρια από όλες τις περιοχές, φέροντας στο φουντωτό φύλλωμά τους, όλες τις σταλίτσες και σταλιές τους.  Γνωρίστηκαν, γουσταρίστηκαν, δεν έκατσε. Ξαναβρέθηκαν, έκατσε. Το έζησαν, χώρισαν. Δεν άντεξαν, τα ξαναβρήκαν.  Πάμε δέκα μήνες πίσω.

Χτυπάει το τηλέφωνο, δεν το σηκώνει, κουδούνια χτυπάνε και δεν ανοίγει. Όχι λάθος. Αυτή είναι ιστορία του Μαζωνάκη.  Χτυπάει το τηλέφωνο δεν το σηκώνει. Έρχεται μήνυμα, απαντάει. Η Σταλίτσα, στη Σταλιά. Δεν ήξερε αν έπρεπε ή όχι αλλά είναι που είχε και καιρό να την ακούσει. Κανονίζουν  να βρεθούν λίγες ώρες αργότερα. Ήταν μια αγκαλιά κι ένα φιλί. Λάθος. Πολλά φιλιά και πολλές αγκαλιές. Και κάπως έτσι αποφασίζεται χωρίς πολλή σκέψη αλλά με πολύ συναίσθημα, να αγαπηθούν ξανά. Να είναι και πάλι η Σταλισιά (Σταλίτσα και Σταλιά= Σταλισιά). Είναι λίγο κακόηχη αυτή η σχέση, ξέρω. Ίσως σου θυμίζει και τη φυλλωσιά, μα μην κολλάμε εκεί. Ήταν ωραία η Σταλισιά. Πολλή συγκίνηση, πολλή ζουζουνιά, πολλή αγκαλιά, πολύ έρωτα ρε παιδί μου.  Η Σταλίτσα κι η Σταλιά μαζί γίνονταν μια ολάκερη κηλίδα.

Οι μήνες περνούν και η Σταλισιά από ζεστή φωλίτσα φτιαγμένη από χέρια και ματάκια, μετουσιώνεται αργά αλλά σταθερά σε άβολο καναπέ με μια μονίμως αναμμένη τηλεόραση απέναντι, σαν αυτή του κυρίου στην οδό Ξενοπούλου. Η επικοινωνία που θεωρητικά χαρακτήριζε αυτή τη σχέση, παραχωρεί τη θέση της στην ασυνεννοησία. Αυτό που άλλα λέει η μία, άλλα η άλλη, άλλα επί της ουσίας νιώθουν, άλλα τις ενοχλούν άλλα δηλώνουν ότι τις ενοχλούν, άλλα γι’ άλλα γενικώς. Δώσ’ του μια προσπάθεια από εδώ, δώσ’ του μια ψιλοπροσπάθεια από εκεί, λίγο κλάμα, λίγος τσακωμός, λίγη τραγωδία, έπειτα λίγη κωμωδία… Αλλά μπα. Η Σταλιά και η Σταλίτσα, δεν κατάφεραν να νιώσουν τελικά η μία την άλλη. Ούτε κατάφεραν να διατηρήσουν τη Σταλισιά.

Πάμε δέκα μήνες μπροστά. Η Σταλίτσα έφυγε από τη Σταλιά. Κύλησε σιγά- σιγά, σχεδόν αθόρυβα από το καταπράσινο φύλλο της, πέφτοντας απότομα -δυστυχώς- στο κεφάλι ενός  περαστικού που κατηφόριζε βιαστικά το δρόμο. Ήταν Κυριακή.   Έφυγε πριν της τελειώσει η αγάπη. Ίσως φταίει  η Μαλβίνα, που έλεγε ότι «τα φθηνοπότηρα ραγίζουν. Τα κρύσταλλα σπάνε». Θέλει δύναμη  και νεύρο να φυλάς σκοπιά στον Έβρο. Πάλι λάθος. Αυτή είναι η ιστορία κάποιου φαντάρου. Θέλει  δύναμη και τρέλα και αυτοεκτίμηση να φύγεις από κάτι που αγαπάς.

Η κατά τα άλλα καταθλιπτική Αλκυόνη Παπαδάκη, έλεγε πως «ένα παιχνίδι είναι. Και σαν όλα τα παιχνίδια, μπορεί να χάσεις ή να κερδίσεις. Μπορεί και να πέσεις βέβαια. Μπορεί και να πληγωθείς. Το θέμα είναι να τολμάς. Για όλα τα όμορφα πράγματα στη ζωή πρέπει να τζογάρεις. Μόνο οι μούμιες είναι απόλυτα ασφαλείς στις προθήκες τους».  «Κι όταν η καταιγίδα θα έχει περάσει, δε θα θυμάσαι πώς τα κατάφερες ή πώς επιβίωσες . Δε θα είσαι καν σίγουρος εάν η καταιγίδα όντως τελείωσε. Ένα πράγμα είναι μόνο σίγουρο. Όταν θα περάσει, δε θα είσαι πια ο ίδιος άνθρωπος, με αυτόν πριν ξεκινήσει»*. Ούτε αυτό το τελευταίο είναι δικό μου.

 

Καλή ζωή σε όλες τις σταλιές και τις σταλίτσες, λοιπόν.  Και να θυμάστε πως «ό,τι δεν καταφέραμε, είναι ό,τι δεν ποθήσαμε αρκετά».

 

*Του Χαρούκι Μουρακαμι