Μου είπαν ότι είναι στα επείγοντα. Επείγον θάνατος. Μπήκα στο δωμάτιο. Ή μάλλον όχι δωμάτιο. Ένας μεγάλος άδειος χώρος με ένα κρεβάτι, στο -1. Άνοιξα την πόρτα. Πέντε άνθρωποι την κοίταζαν και έκλαιγαν. Μού έκαναν λίγο χώρο. Το πρόσωπό της ήταν ακόμα ζεστό. Κι η καρδιά της το ξέρω. Άρχισα να της φιλάω το πρόσωπο. Της άρεσαν τα φιλιά. Αναζήτησα το χέρι της κάτω από το σεντόνι. Ήταν κρύο και είχε αρχίσει να αλλάζει χρώμα. Στο λαιμό της είχε περασμένο ένα σταυρό από πορτοκαλί κορδόνι. Παράταιρο το χρώμα για την ηλικία της αλλά δεν έβλεπε εδώ και πολλά χρονιά η Κουλίτσα. Ούτε περπατούσε. Ούτε καλά καλά άκουγε. Μιλούσε όμως, κι έπιανε και μύριζε κι αγαπούσε.

 

Πονεμένη από μικρή, τη θυμάμαι πάντα να λέει ιστορίες για τη μάνα της που την έχασε νωρίς, για τα αδέρφια της που σκορπίστηκαν σε άλλα σπίτια, για τις ντομάτες που έκλεβε πέντε χρονών από τα χωράφια γιατί πεινούσε. Για την Αρίστη που τη μεγάλωσε με μια πολύ αυστηρή αγάπη, για τον «παππού Θανάση» που ήταν ένας υπέροχος άνθρωπος, για τη Μαιρούλα και την Χουχού, τις «αδερφές» της, που τις αγάπησε σα να ήταν αίμα της.

 

Έλεγε ιστορίες με θυμό για την πεθερά της, την «γιαγιά Κατίνα», που μόλις παντρεύτηκε το γιο της, τον παππού μου, την έβαλε να βγάλει τα κλαρωτά φορεματάκια εξ Αμερικής (που της τα είχε στείλει η αδερφή της Αρίστης, η Ραχήλ ή αλλιώς Ρέυ) και να βάλει την ρόμπα και το τσεμπέρι, γιατί έτσι έκαναν οι «σωστές» γυναίκες τότε.

 

Τη θυμάμαι να λέει ακόμα ιστορίες για τον ράφτη τον Ανέστη από την Αβγαριά, που τις έκανε κόρτε αλλά εκείνη δεν τον ήθελε. Στην αρχή. Μετά κατάλαβε ότι ήταν ένας πολύ καλός άνθρωπος, ήρθε τη ζήτησε από την Αρίστη και τον Θανάση και έγινε ο γάμος. Κι έτσι ο Ανεστάκος έγινε ο υπέροχος παππούς μου. Έλεγε ιστορίες για τη θεία μου την Κατερίνα (μεγάλη της αδυναμία) και για το αγρίμι τη μάνα μου, που πηδούσε τα κάγκελα για να πάει να παίξει. Ιστορίες επίπονες για τότε που έχασε το ένα της ματάκι στα χωράφια, όταν της καρφώθηκε ένα ξύλο. Ήταν κάπου 38 χρονών. «Τότε έχασα το ματάκι μου. Με πήγαν στο Βόλο αλλά δεν έγινα καλά».

 

Την Κουλίτσα τη θυμάμαι να μας μαθαίνει το γιογιό και να της κάνουμε τον διάδρομο μέσα στο σκατό (μετά συγχωρήσεως) γιατί με τη Μαρία (την ξαδέρφη μου και κόρη της Κατερίνας, και επίσης τεράστια αδυναμία της γιαγιάς) το είχαμε βρει παιχνίδι, να μας μαθαίνει να φτιάχνουμε κουλουράκια τη Μεγάλη Τρίτη, να μας κάνει μπάνιο σε λεκάνες. Να μας λέει ιστορίες στο διπλό κρεβάτι της, να μας κάνει κρακ τα δάχτυλα του ποδιού μας, εμείς να ουρλιάζουμε κι αυτή να γελάει με την ψυχή της.

 

Η Κουλίτσα ήταν μυρωδιά και γεύση. Ήταν τα λουλούδια του κήπου της (που τα ποτίζαμε κι εμείς με τα χρωματιστά μας ποτηστήρια), ήταν Μυρτώ κολόνια, ήταν κορμός, ήταν τηγανητό κοτόπουλο, ήταν λιρόπιτα (με καμιά δεκαπενταριά φύλλα όλα ανοιγμένα από τα χεράκια της), ήταν μαρμελάδα ροδάκινο ή βερίκοκο. Η Κουλίτσα ήταν τα μεγάλα της γυαλιά (για να καλύπτει το χτυπημένο της μάτι), τα καρέ της μαλλιά, το χοντρό της σώμα με το μεγάλο στήθος, το κοντό της ύψος, τα μικρά της πατουσάκια και τα τρυφερά της χέρια. Αυτά τα χέρια που ήξεραν να αγγίζουν με αγάπη. Πόση αγάπη Θεέ της, είχες δώσει σε αυτά τα κουρασμένα χέρια, που μεγάλωσαν δυο αδερφές, δύο κόρες, κάμποσα ανήψια (με αγαπημένη την εκλεκτή της Αριστούλα), δυο εγγόνια;

 

Της Κουλίτσας της άρεσαν τα δαχτυλίδια, τα φορεματάκια, τα μακριά μαλλιά. Για εμάς όχι για εκείνη. Της άρεσε να δίνει και δεν την ενδιέφερε να παίρνει. Της άρεσε να ταϊζει και να τρώει. Να μαζεύει σακκούλες (ήταν άλλωστε κι ο χαρακτηριστικός της ήχος, να την ακούς να σκαλίζει μες στο γιούκο σακκουλίτσες για να φυλάξει πράγματα), να μην πετάει τίποτα, να μιλάει στο τηλέφωνο με τα παιδιά της κάθε πρωί.

 

Η Κουλίτσα ήταν αγράμματη, αλλά είχε μάθει να μετράει και να λέει την άλφαβητα. Ήταν έξυπνη, πονεμένη, ήταν αθώα και πονήρω. Ήταν καλή αλλά και ψυχρή μάνα. Δεν ήταν τέλεια, αλλά ήταν σπουδαία.

 

Η Κουλίτσα είχε μάθει να παλεύει αλλά με την ψυχολογία του ηττημένου. Πάνε καμιά δωδεκαριά χρόνια που είχε να κατέβει στον κήπο της, καμιά δεκαριά χρόνια που είχε να βγει στη βεράντα της, καμιά πενταετία που η μεγαλύτερη απόσταση που διένυε, ήταν από τον καναπέ της στο μπάνιο κι από κει στο κρεβάτι. Η Κουλίτσα σταμάτησε σιγά – σιγά να βλέπει κι από το άλλο μάτι της, να ακούει και να περπατάει από την προχωρημένη της οστεοπόρωση. Η Κουλίτσα μέσα σε όλα, υπέφερε κι από ιλίγγους. Δε σταμάτησε όμως να πλέκει. Τυφλό σύστημα, μετρώντας ψιθυριστά. Η Κουλίτσα είχε επίσης χρόνια να μπει στην κουζίνα της. Τα έμαθε όλα ο Ανεστάκος (σχεδόν όλα).

 

Η Κουλίτσα ήθελε για τις εγγόνες της να έχουν υγεία, μια καλή δουλίτσα και να βρουν ένα καλό παιδί να τις αγαπάει. Η Κουλίτσα είχε ένστικτο κι έβλεπε όνειρα. Έκλαιγε εύκολα αλλά όταν γελούσε, γελούσε με την καρδιά της. Έλεγε πάντα ότι θα πεθάνει, αλλά από την πρώτη φορά που το είπε, άντεξε άλλα 25 χρόνια. Η Κουλίτσα ήξερε να ξεγελάει το θάνατο. Μέχρι την Παρασκευή, 18 Σεπτεμβρίου 2015. Πέθανε πάνω στον αξονικό τομογράφο, μακριά από τα παιδιά της, τον άντρα και τα εγγόνια της. Γιατί ήθελε να τη θυμούνται ζωντανή. Γιατί έτσι πεθαίνουν οι σπουδαίοι. Μόνοι.

 

19 Σεπτεμβρίου 2015

Ο Ανεστάκος κλαίει γοερά, οι κόρες, οι αδερφές και τα ανίψια της το ίδιο, κι εμείς, οι εγγόνες της, όρθιες (γιατί έτσι μάθαμε) την κοιτάζουμε και πονάμε με τα μάτια ποτάμι. Φαίνεται μόνο το πρόσωπό και τα χεράκια της. Είναι σε ένα φέρετρο γεμάτο λουλούδια.

 

Αλλά εγώ την Κουλίτσα μου δεν θα τη θυμάμαι έτσι. Θα τη θυμάμαι στην πολυθρόνα της να πλέκει τις μπομπονιέρες για το γάμο μου. «Σου έχω φτιάξει εκατό. Θα λες ότι στις έκανε η γιαγιά σου». Θα το λέω χοντρούλα μου και θα νιώθω περήφανη για σένα γιατί ήσουν μια σπουδαία καρδιά που ό,τι έκανες, το έκανες με αγάπη. Που ήσουν ευτυχισμένη όταν έδινες. Χωρίς να σε ενδιαφέρει να πάρεις πίσω.

Η επιστροφή μου στο Ξηροχώρι, δεν θα είναι ποτέ ίδια. Γιατί θα λείπεις εσύ.

Καλό ταξίδι.

tagged in θάνατος